Στους σταθμούς, τις “πιάτσες” και τα στάδια του Παραδείσου συνεχίζει ο Γιώργος Καρυπίδης

Κοινωνία /

Η “αντίστροφη μέτρηση” γιά την ολοκλήρωση του κύκλου της επίγειας ζωής του ήταν γνωστό, ότι είχε ξεκινήσει από καιρό.

Ωστόσο, η κοινωνία του Κιλκίς δεν φανταζόταν, ότι θα αποχωρισθεί σε τόσο σύντομο διάστημα γιά πάντα τον πολυταξιδευμένο αυτοκινητιστή Γιώργο Καρυπίδη, που “αναχώρησε” την Παρασκευή 7.8.20 γιά το τελευταίο και “άνευ επιστροφής ταξίδι” του, με “προορισμό” τους “σταθμούς λεωφορείων” και “πιάτσες ταξί” του Παραδείσου, σε ηλικία μόλις 52 ετών!

Έτσι, το θλιβερό άγγελμα της πρόωρης απώλειάς του “βύθισε” σε “βαρύ” πένθος αυτήν την κοινωνία, που ουσιαστικώς είναι η κοινωνία …όλου του νομού, μιάς και ο εκλιπών ήταν πασίγνωστος και “στα τέσσερα σημεία του ορίζοντά του”.

Γόνος προσφυγικής οικογένειας της Αργυρούπολης, από τον Πόντο, ο Γιώργος Καρυπίδης γαλουχήθηκε με τις παραδόσεις, τις αξίες, τα ιδεώδη και τα ιστορικά γνωρίσματα τόσο του Ελληνισμού του Πόντου όσο και του Ελληνισμού γενικότερα, γιά να αναχθεί στην συνέχεια σε άγρυπνο θεματοφύλακά τους, έχοντας διαμορφώσει αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα αυτού που συνηθίζεται να λέγεται “ο καλός ο άνθρωπος”.

Και ο Γιώργος ήταν πιστός και συνεπής στα ιδεώδη του, ακόμη και με συγκεκριμένη προέλευση ή κατεύθυνση ή και “απόχρωση”. Συγχρόνως, όμως, ήταν πιστός και στην έννοια του ανθρώπου, προτάσσοντας αυτήν στην ζωή του χωρίς διάκριση σε σχέση με τις ανωτέρω παραμέτρους. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν πάντα αγαπητός σε όλους, ανεξαρτήτως συγκυριακής διαθέσεώς του.

Η καλοσύνη του και η προθυμία να εξυπηρετεί …τους πάντες είχαν αναχθεί σε τρόπο ζωής και χαρακτηριστικό γνώρισμά του.

Ως τέτοιος άνθρωπος άφησε ανεξίτηλη την “σφραγίδα” του στον επαγγελματικό χώρο του, είτε ως οδηγός λεωφορείου του ΚΤΕΛ είτε ως οδηγός αγοραίου οχήματος (ταξί), κάνοντας ουκ ολίγους συντοπίτες, σε κάθε σημείο και γωνιά του νομού, να “πίνουν νερό στο όνομά του”.

Κάθε φορά, που επρόκειτο να οδηγήσει το ιδιόκτητο λεωφορείο με τον σειριακό αριθμό 1 και το υποκοριστικό του επωνύμου του (Καρύπ) αποτυπωμένο στην πρόσοψή του, όλοι οι επιβάτες έλεγαν: “Δεν χρειάζεται ούτε το “Καρύπ” ούτε ο,τιδήποτε άλλο, αρκεί το …υπ’ αριθμόν ένα. Είσαι γιά όλους το …“νάμπερ ουάν!”.

Και αυτός φρόντιζε καθημερινώς να προσφέρει σε όλους ένα ευχάριστο, άνετο και γρήγορο ταξίδι, με …ανάλογες μουσικές επιλογές αλλά και αδιάκοπη μέριμνα γιά την καθαριότητα και ευπρέπεια του εσωτερικού χώρου του οχήματος. Το ίδιο και ως οδηγός του, επίσης ιδιόκτητου, αγοραίου οχήματος (ταξί), με το οποίο επίσης καταξιώθηκε ως συνεπής και ευσυνείδητος επαγγελματίας.

Και με τα δύο μέσα συγκοινωνίας δημιούργησε την φήμη του οδηγού με προσήλωση στο γράμμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ) και του νόμου, διακρινόμενος συγχρόνως γιά την ικανότητά του να δρα συμφώνως και προς το πνεύμα, όποτε έκρινε, ότι το επέβαλλαν οι περιστάσεις, ιδίως όσον αφορά σε εξυπηρέτηση συνανθρώπων ανηκόντων σε ευαίσθητες ομάδες. Και τούτο, παρ’ όλο που υπήρξαν περιστατικά αχαριστίας, τόσο σε προσωπικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο, εκ μέρους επιβατών που εξυπηρετήθηκαν χωρίς αυτό να ορίζεται ή να επιβάλλεται από τον ΚΟΚ ή τον νόμο.

Η συνεισφορά του Γιώργου Καρπίδη στην λειτουργία της ελληνικής Πολιτείας δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο των μέσων αθρόας μεταφοράς. Γιά αρκετά χρόνια υπηρέτησε την Πατρίδα διαδοχικώς ωε έφεδρος αξιωματικός και ως αξιωματικός μακράς ανακατατάξεως, διακριθείς γιά το υψηλό φρόνημα και την πλήρη ανταπόκριση στις απαιτήσεις κάθε καθήκοντος, υπηρεσίας και αποστολής, που κατά καιρούς του ανατέθηκαν.

Αν, όμως, όλα τα ανωτέρω παραπέμπουν σε προχωρημένο σημείο και στο “τέρμα” του “δρόμου” προς την επαγγελματική, κοινωνική και ηθική καταξίωσή του, η αρχή ή, αλλιώς, αφετηρία τοποθετείται στο Καλοκαίρι του 1983, όταν ο δυναμικός και συνάμα “αέρινος” Γιώργος Καρυπίδης, 15χρονος τότε, “άνοιγε τα φτερά του” γιά την καταξίωση στον χώρο του αθλητισμού, όντας μέλος του τμήματος κλασικού αθλητισμού του “νεαρού” τότε Γυμναστικού Αθλητικού Συλλόγου Κιλκίς, που “μετρούσε” μόλις τρία χρόνια ζωής.

Ήταν τότε, που ο δρομέας ταχυτήτων του ΓΑΣΚ από την Αργυρούπολη, αγωνισθείς στο ολυμπιακό στάδιο Αθηνών, κρέμασε στο στήθος του το χάλκινο μετάλλιο στον δρόμο 150μ. του πανελληνίου πρωταθλήματος παίδων, ένα από τα πρώτα μετάλλια της έως τότε ιστορίας του συλλόγου σε πανελλήνιες διοργανώσεις γενικώς.

Το 1984, στο εθνικό στάδιο Δράμας, ο Γιώργος τερμάτισε δεύτερος, με ελάχιστη διαφορά από τον πρωταθλητή, και κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στον δρόμο 300μ. του πανελληνίου πρωταθλήματος παίδων, και αφού στον πρωινό προκριματικό είχε καταρρίψει την πανελλήνια επίδοση του αγωνίσματος, σε μιάν από τις πρώτες κατοχές πανελλήνιας επίδοσης οποιασδήποτε κατηγορίας οποιουδήποτε αθλήματος από Κιλκισιώτη αθλητή, αγωνιζόμενο με τα χρώματα συλλόγου του νομού Κιλκίς.

Ακολούθησαν ουκ ολίγες επιτυχίες σε πανελλήνιο και περιφερειακό επίπεδο, με επιβράβευση, πέρα από την πανελλήνια αγωνιστική καταξίωση, την εισαγωγή στο τμήμα επιστήμης φυσικήςαγωγής και αθλητισμού (ΤΕΦΑΑ) Θεσσαλονόκης και την μετεγγραφή στον σύλλογο “της καρδιάς του”, τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης.

Εκεί, μαζί με άλλους τρεις …Κιλκισιώτες, τον Πασχάλη Μπαξεβάνη από την Γοργόπη (αθλητή του ΓΑΣΚ και αυτού πριν την μετεγγραφή του) και τους Νέστορα Βαλκάνη και Θανάση Τομπουλίδη από την Γουμένισσα (αναδείχθηκαν από τον ΑΟΓ), θα συγκροτήσουν την ομάδα σκυταλοδρομίας 4Χ400 μ. Του “Γηραιού”, που το 1989 θα αναδειχθεί πανηγυρικώς πρωταθλήτρια Ελλάδος νέων (ή ελπίδων, 20-22 ετών), ενώ θα πρωταγωνιστήσει εκείνη την εποχή και στα πανελλήνια πρωταθλήματα ανδρών.

Αργότερα, όταν επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν θα του επιτρέψουν να ασχολείται με τον αθλητισμό σε επίπεδα πρωταθλητισμού, θα συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτόν από άλλες θέσεις, ενώ γιά πολλά χρόνια θα συνεχίσει να δίνει το “παρών” και στα ποδοσφαιρικά γήπεδα ως διαιτητής, φτάνοντας στην κορυφαία κατηγορία σε τοπική εμβέλεια και στην γ΄ σε εθνική (δηλαδή επόπτης γραμμών στην γ’ και διαιτητής στην δ΄), δίνοντας “και την ψυχή του” γιά τον θεσμό της διαιτησίας ποδοσφαίρου.

Όλα όσα παρατέθηκαν, στοιχειοθετούν μία κοινωνική ταυτότητα, την οποία η κοινωνία του Κιλκίς με την σειρά της αναγνώροισε εμπράκτως σε επίπεδο τοπικής διοίκησης, εκλέγοντας τον Γιώργο Καρυπίδη, στις πρώτες “καλλικρατικές” δημοτικές εκλογές του Μαϊου του 2014, ως δημοτικό σύμβουλο της πλειοψηφίας.

Ο ίδιος λειτούργησε κατά το διάστημα της θητείας του έτσι όπως είχε μάθει να λειτουργεί σε όλους τους χώρους: Αμετακίνητος από τις αρχές του, “ανοικτός” σε όλους τους συναδέλφους δημοτικούς συμβούλους και τους πολίτες, σθεναρός υπερασπιστής των θεμάτων του τόπου σε κάθε “προς τα έξω” παρουσία του.

Γιά όλους αυτούς τους λόγους, η τόσο πρόωρη απώλειά του δεν είνι κάτι, που μπορεί ευκόλως να “χωνευτεί”, όσο και αν, όπως αναφέρθηκε, η δραματική εξέλιξη και κατάληξη είχε ήδη “δρομολογηθεί”.

Και είναι εύλογο να πει κανείς “Γιώργη, μας άφησες πολύ νωρίς”.

Είναι, όμως, και οι ίδιοι λόγοι, γιά τους οποίους μπορεί μεν η κοινωνία του Κιλκίς να αποχωρίσθηκε το σώμα, δηλαδή την φυσική παρουσία του καλού συμπολίτη, πλην όμως την μορφή του δεν πρόκειται ποτέ να την αποχωρισθεί.

Ο Γιώργος Καρυπίδης θα βρίκεται γιά πάντα ανάμεσά μας, και η μνήμη του θα είναι αιωνία.

Καλό Παράδεισο αξιομακάριστε αδελφέ μας και παντοτινέ φίλε μας Γιώργο.

Και καλή Ανάσταση.

Συλλυπητήριο της διεύθυνσης

Η διεύθυνση και το συντακτικό προσωπικό του δημοσιογραφικού συγκροτήματος του “Μαχητή”, συγκλονισμένοι από την τόσο πρόωρη απώλεια του αυτοκινητιστή, πρώην δημοτικού συμβούλου Κιλκίς και παλαίμαχου πρωταθλητή στίβου (ταχυτήτων) και διαιτητή ποδοσφαίρου
ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΥΠΙΔΗ
εκφράζουν στους οικείους του την “βαθειά” λύπη τους και την συμπαράστασή τους στο “βαρύτατο” πένθος τους, ευχόμενοι την εξ ύψους παρηγορία.

Περισσότερα
Δείτε ακόμα